Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

fixed oil


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο fixed παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: oil
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: fixed, fix

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed adj(not movable)σταθερός επίθ
 That's a fixed piece of equipment; you can't move it somewhere else.
 Αυτό είναι ένα σταθερό κομμάτι εξοπλισμού. Δεν μπορείς να το μετακινήσεις πουθενά αλλού.
fixed adj(not variable)σταθερός επίθ
 The interest rate on the mortgage was fixed.
 Το επιτόκιο της υποθήκης ήταν σταθερό.
fixed adj(repaired)που έχει επισκευαστεί, που έχει επιδιορθωθεί περίφρ
 Tom's broken down car was fixed when he came home on his birthday.
 Το χαλασμένο αυτοκίνητο του Τομ είχε επιδιορθωθεί όταν ήρθε σπίτι για τα γενέθλιά του.
fixed adjcolloquial (result prearranged) (καθομιλουμένη)στημένος μτχ πρκ
 It was clearly a fixed game; there's no way that team won fairly!
 Ήταν καθαρά ένας στημένος αγώνας. Δε μπορεί εκείνη η ομάδα να νίκησε δίκαια!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed adjUS, euphemism (animal: neutered)στειρωμένος μτχ πρκ
 Kate made sure her dog was fixed before she adopted him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix [sth] vtr(put right, repair)επισκευάζω, επιδιορθώνω ρ μ
  φτιάχνω ρ μ
 (συνήθως όχι αντικείμενο)διορθώνω ρ μ
 Will fixed his bike with some small tools.
 The student fixed the mistakes in her homework.
 Ο Γουίλ επισκεύασε (or: επιδιόρθωσε) το ποδήλατό του με μερικά μικρά εργαλεία.
 Ο μαθητής διόρθωσε τα λάθη στα μαθήματά της.
fix [sth] to [sth] vtr(attach) (κάτι σε κάτι)στερεώνω ρ μ
 (τοποθετώ)βάζω ρ μ
 (στον τοίχο)κρεμάω ρ μ
 Let me fix this poster to the wall.
 Άσε με να κρεμάσω την αφίσα στον τοίχο.
fix [sth],
fix [sth] at [sth]
vtr
(price: set) (χρήματα)καθορίζω, σταθεροποιώ ρ μ
 (καθομιλουμένη)παγώνω ρ μ
 We fixed the price at nineteen dollars each.
 Καθορίσαμε (or: σταθεροποιήσαμε) την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
 Παγώσαμε την τιμή στα δεκαεννιά δολάρια το τεμάχιο.
fix [sth] vtr(meal, food: prepare) (γεύμα)ετοιμάζω, φτιάχνω ρ μ
 She fixed the meal for the children.
 Ετοίμασε (or: έφτιαξε) το φαγητό των παιδιών.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtr
(attention: direct) (την προσοχή μου σε κάτι)συγκεντρώνω, εστιάζω, προσηλώνω ρ μ
  στρέφω ρ μ
 Now fix your attention on the tallest player.
 Τώρα συγκέντρωσε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
 Τώρα στρέψε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
fix [sth] vtrinformal (artificially ensure result) (καθομιλουμένη, μτφ)στήνω ρ μ
  είμαι στημένος ρ έκφρ
 The election was fixed, and the government candidate won easily.
 ΟΙ εκλογές ήταν στημένες και ο κυβερνητικός υποψήφιος κέρδισε εύκολα.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtr
(hold steady)κρατώ σταθερό περίφρ
  σταθεροποιώ ρ μ
 (βλέμμα)εστιάζω ρ μ
 The optometrist told him to fix his eyes on the dot on the wall.
 Ο οπτικός του είπε να εστιάσει το βλέμμα του στην κουκκίδα στον τοίχο.
fix [sth] vtr(make permanent)σταθεροποιώ ρ μ
 We use this chemical to fix the colours in the T-shirt.
 Χρησιμοποιήσαμε αυτό το χημικό για να σταθεροποιήσουμε τα χρώματα στο μπλουζάκι.
fix [sth] vtr(agree date, time, etc.) (ημερομηνία)ορίζω ρ μ
 (ραντεβού)κλείνω ρ μ
 Liz and Mark have decided to get married, but they haven't yet fixed a date.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fix ninformal (repairs)επισκευή ουσ θηλ
  επιδιόρθωση ουσ θηλ
 The fix had not lasted long, and the car was back in the repair shop.
fix nslang (drugs)δόση ουσ θηλ
 The addict got his fix from cocaine.
fix nslang (bribery) (μεταφορικά)στήσιμο ουσ ουδ
 The mafia arranged the fix for the boxing match.
fix vi(become solid)σφίγγω ρ αμ
 (επίσημο)στερεοποιούμαι ρ αμ
 The gelatine fixes in one hour.
fix [sth] vtr(photography)επεξεργάζομαι ρ μ
 (καθομιλουμένη)φιξάρω ρ μ
 The photographer fixed the prints in the correct solution.
fix [sth] vtrinformal (adjust, touch up)διορθώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μ
 Let me fix my make-up and we can go.
fix [sb] vtrUS, slang (take revenge on) (καθομ, μεταφορικά)φτιάχνω, κανονίζω ρ μ
 He is going to fix you right when he finds out about this!
fix [sth] vtrinformal (neuter)στειρώνω ρ μ
 (καθομ: συνήθως στα χωριά)μουνουχίζω ρ μ
 Yes, all the dogs have been fixed so they won't have any puppies.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
fix on [sth] vtr phrasal insepUS, informal (date, venue: choose)αποφασίζω ρ μ
  καταλήγω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φιξάρω ρ μ
 Have you fixed on a church for the wedding?
fix up [sth],
fix [sth] up
vtr phrasal sep
informal (repair, restore)ανακαινίζω ρ μ
  αναβαθμίζω ρ μ
  επισκευάζω ρ μ
 We'll fix up the living room with new curtains and a new rug.
 She fixed up her house in order to sell it.
 Ανακαίνισε το σπίτι της για να το πουλήσει.
 Θα αναβαθμίσουμε το σαλόνι με καινούριες κουρτίνες και καινούριο χαλί.
fix [sb] up vtr phrasal sepinformal (pair romantically)κάνω προξενιό σε κπ έκφρ
 (αργκό)κάνω κονέ έκφρ
 Stop trying to fix me up; I'm happy being single.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fixed | fix
ΑγγλικάΕλληνικά
fixed asset n(finance)πάγιο περιουσιακό στοιχείο, πάγιο ενεργητικό φρ ως ουσ ουδ
fixed assets npl(capital holdings: property, etc.)πάγιο ενεργητικό ουσ ουδ
  ακινητοποιήσεις ουσ θηλ πλ
 His wealth was completely tied up in fixed assets.
fixed charge noften plural (finance: expense type)πάγια χρέωση επίθ + ουσ θηλ
  πάγιο τέλος επίθ + ουσ ουδ
  πάγια επιβάρυνση επίθ + ουσ θηλ
fixed cost noften plural (set price or fee)σταθερό κόστος επίθ + ουσ ουδ
 My biggest fixed cost is the rent I pay for the premises.
fixed exchange rate n(finance: set rate of exchange)σταθερή ισοτιμία επιθ + ουσ θηλ
fixed income,
fixed-income
adj
(with a set rate)σταθερό εισόδημα ουσ ουδ
 The fixed-income housing was rent controlled at a low price.
fixed phrase n(language: set expression) (γλώσσα)στερεότυπη φράση επίθ + ουσ θηλ
fixed price n(cost set in advance)προκαθορισμένη τιμή, συγκεκριμένη τιμή μτχ πρκ + ουσ θηλ
  σταθερή τιμή επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)φιξ τιμή, στάνταρ τιμή επίθ άκλ + ουσ θηλ
 In general, department stores sell goods at fixed prices.
fixed width n(predetermined measurement across)σταθερό πλάτος επίθ + ουσ ουδ
fixed-interest adj(loan, mortgage)με σταθερό επιτόκιο περίφρ
fixed-price,
fixed price
n as adj
(option: with set cost)σταθερής τιμής φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is commonly used when the adjective precedes the noun.
 Two types of mortgages are available: the fixed price mortgage and the variable mortgage.
fixed-price menu,
fixed price menu
n
(menu: with set cost)μενού προκαθορισμένης τιμής φρ ως ουσ ουδ
 (αν εννοείται από τα συμφραζόμενα)μενού ουσ ουδ άκλ
 The workers always choose the fixed-price menu.
fixed-term adj(lasting for a specified period of time)ορισμένου χρόνου φρ ως επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fixed oil στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fixed oil».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!